Η Διασυνδετική ψυχανάλυση στο νοσοκομείο: διαμόρφωση μίας ομάδας

Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο  Αθηνών

Η εμπειρία στο Γενικό Νοσοκομείο « Δρ. Ιγνάσιο Πιροβάνο», Μπουένος Άιρες.

Summary: A general overview of Liaison-psychoanalysis in a General Hospital is presented. The team’s trajectory is revisited: its presence in the inpatient-units generates a demand that evolves from a purely psychiatric, scarcely operative level, to an acknowledgment of subjectivity. Generally, this appears disruptively in medical proceedings.

Three case histories are presented:

1.”The tenant”. The transference in its double aspect – with the patient as well as with the unit’s staff – is examined. The analyst’s intervention seeks to untangle the impasse, which prevents the physicians from helping the patient.

2. “The surgical gown”. Dealing successfully with an institutional conflict shows how further cases inherit the benefit of the former working-through.

3.”The nail-polishing file”, in which the de-mystification aspects of Liaison-work are shown, working through the horror that the so-called “mental illness” can produce in the medical institution, blocking its exercise.

The interest of narrating this experience is to preserve a “psy”-space – a place for subjectivity – in the Hospital, where the overwhelming technological developments menace with its disappearance.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η ομάδα Διασυνδετικής – που μερικές φορές λέγεται « ιατρική-ψυχολογική» – στο Γενικό Νοσοκομείο, η οποία εξαρτάται συνήθως από το τμήμα ψυχοπαθολογίας, είναι το σημείο ενάρθρωσης μεταξύ αμφοτέρων (δηλ. μεταξύ του τμήματος και του υπόλοιπου Νοσοκομείο). Πολλές μαρτυρίες της εμπειρίας στα διαφορετικά Δημόσια Νοσοκομεία το αποδεικνύουν. Ίσως κάθε μια απ΄αυτές μπορεί να προσδιορίσει τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά μίας εκάστης, και το πλαίσιο στο οποίο λαμβάνουν χώρα.

΄Εγινε μια πρόταση από την μονάδα Ενηλίκων του τμήματος Ψυχοπαθολογίας του Νοσοκομείο «Πιροβάνο», Μπουένος ΄Αιρες, κατά την περιόδο Ιανουαρίου-Μαρτίου 1994, προκειμένου να δημιουργηθεί μια πλήρης απασχόλησης Διασυνδετική Ομάδα. Στο παρελθόν, αυτή η δουλειά γινότανε απο ιατρούς οι οποίοι εναλλάσονταν με άλλες λειτουργίες: ψυχιατρικές επείγουσες ανάγκες, ψυχοφαρμακολογική υποστήριξη αρρώστων, οι οποίοι έκαναν την ψυχοθεραπεία των με άλλους ψυχοθεραπευτές του Τμήματος, κ.λ.π. Όμως η πλέον σημαντική διαφορά δεν ήταν μόνο ο περιορισμός στο πλαίσιο της Διασυνδετικής. Πράγματι, εκ της προηγούμενης δραστηριότητας έλειπε η ψυχαναλυτική αναφορά στην πράξη της, και έτσι έγινε ανίκανη να κατανοήσει αυτό το χώρο σαν μία ψυχαναλυτική πράξη και αποτέλεσμα λόγου [1]. Ανατρέχοντας την βιβλιογραφία, παρατηρούμε ανάλογη κατάσταση σε άρθρα στα οποία η Διασυνδετική γίνεται αντιληπτή σε μια αμιγώς ψυχιατρική άποψη – όπως στις εργασίες του γνωστού Καναδού ειδικού Ζμπγνιέβ Λιπόβσκι, ο οποίος πρότεινε την Διασυνδετική, ή την Ψυχιατρική του Δεσμού (LiaisonPsychiatry), να γίνει μία υπο-ειδικότητα της Ψυχιατρικής. Σε αυτές βρίσκουμε να γίνει το βάρος της έκθεσης στην στατιστική έδειξη – η οποία δεν είναι αναγκαστικά απόδειξη – (ποιοί θάλαμοι ζητούν πιό συχνά μια Διασυνδετική και με ποιά συχνότητα, ποιά παθολογία που προκαλεί το αίτημα είναι η πιό συχνή, ποιά τα ψυχοφάρμακα τα οποία χρησιμοποιούνται πιό συχνά, κ.λ.π.). Σε αυτές της εργασίες, λοιπόν, δεν υπάρχει μέρος για την κλινική μόνη περίπτωση, γεγονός που επισημοποιεί την ακύρωση κάθε πιθανής υποκειμενικότητας, και τις καταστάσεις της παραγωγής της [2] .

Το ίδρυμα Τμημάτων Ψυχοπαθολογίας μέσα σε Γενικά Νοσοκομεία παράγει τη διαδικασία της Διασυνδετικής, που εντός ολίγου μπορεί να γίνει γνωστή δια μέσου διαφόρων δημοσιεύσεων. Μετά από την δημιουργία – την οποία έκανε ο Μαουρίσιο Γόλδενμπεργ – του τμήματος Ψυχοπαθολογίας της Πολυκλινικής του Λανούς, δημοσιεύουν τις εργασίες επι Διασυνδετικής του Βαλεντίν Μπάρεμπλιτ και του Χουάν Χ. Κρισκάουτ. Το ίδιο συμβαίνει με τις εργασίες του Φερραρι και Λουκίνα, οι οποίες αντικατοπτρίζουν την σχεδόν ταυτόχρονη εμειρεία που ανέπτυξαν αυτοί στο Νοσοκομείο Φερροβιάριο. Ο κλινικός ορίζοντας της Διασυνδετικής γίνεται ερμηνευμένος λοιπόν απο την αρχή της με την ψυχαναλυτική μέθοδο, και η εμπειρία διαβιβάζεται σύμφονα με την μετα-Φροηντική εξέληξη της εποχής αυτής. Σε κάποια επόμενη εργασία, ο Μαουρίσιο Τζέβνικ προσπαθεί να περιγράψει το πεδίο με την αντίληψη της « μεταβατικής χώρας» του Ουίννικοττ.

Μετά από την είσοδο της σκέψεις του Λακάν στην Αργεντινή, η οποία εισάγεται από τον Οσκάρ Μασσόττα, και την παρατείνουν οι διαφορετικές δημοσιεύσεις (ο αριθμός των οποίων αυξάνει διαρκώς), παρουσιάζεται το βιβλίο του Ζαν Κλαβρέλ, « Η Ιατρική Τάξη» – η πρώτη Γαλλική έκδοση του είναι απο το 1978, και η Ισπανική μετάφραση του 1983. Μία από τις πρώτες μαρτυρίες οι οποίες χρησιμοποιύν τις αντιλήψεις του, η εργασία των Σίλβια Κιαρβέττι-Εδουάρδο Γαντόλφο, σχολιάζει την δυσκολία για να παράγει τον χώρο « ψ» μέσα σ’ ένα Ιατρικό ίδρυμα, και αυτή αντιπροσωπεύει λοιπόν την αποτυχυμένη συνάντηση μεταξύ της Ιατρκής Ταξης – για την οποία ο Κλαβρέλ εκχωρεί τον Λόγο του Κυρίου – και του αναλυτικού Λόγου. Η πρώτη, υποτελής της τάξης Επιστήμης, πραγματοποιεί (όπως αναφέραμε πριν) την έκθλιψη του υποκειμένου: αντίθετα, ο δεύτερος έχει το σκοπό να τον παράγει. Ο Λακάν προτείνει μία « αλγεβραϊκή γραφή» στην οποία οι διάφοροι λόγοι προσδιορίζονται από την διαφορετική τοποθέτηση των ίδιων στοιχειων. Βέβαια, πρόκειται για δομές και όχι για άτομα: ένας ιατρός μπορεί – σκοπίμως ή όχι – να αλλάζει από μία τοποθέτηση σε μία άλλη, δηλ. να ακούει τον ασθενή του δίχως να αναφέρει αμέσως ό τι λέει αυτός σαν σημείο της πράξεώς του. Σε κάποια στιγμή όμως, η κατάσταση θα απαιτήσει τον ιατρό να γυρίσει στην Ιατρική Ταξη. Κατά την διάρκεια της εργασίας του ιατρού, ο λόγος του μπορεί να υποστεί μία ρωγμή, εξ αιτίας της εγγύτητος του Πραγματικού, του άγχους [3]. Σε αυτή τη στιγμή κατακαθίζει το αίτημα για την Διασυνδετική. Ο Χ. Χ. Κρισκάουτ το περιέγραψε σαν την αρχή μιας «διαδοχής συμβουλίου» (secuencia consultiva). Με τον ίδιο τρόπο κατά το οποίο η μεταβίβαση είναι « μία απάτη χρήσιμη, αφού γεμίζει το κενό ενός νεκρού σημείου» όπως λέει ο Λακάν, αν και το αίτημα είναι να αποκλείσει ενα κενό στην Ιατρική Τάξη, ο σκοπός του Διασυνδετικού-αναλυτή δεν είναι να πραγματοποιεί τέτοια ραφή (Αντίθετα, αυτός μπορεί να είναι ο σκοπός της Ψυχολογίας, ειδικά αυτή η οποία θέλει να είναι πιό « επιστημονική»), να κατορθώνει μία εγκυκλοπαιδική ολοκλήρωση – δηλ. ο στόχος του προγράμματος της « πόλυ-επιστήμης» , «αλληλο-επιστήμης», κ.λ.π. Η ψυχανάλυση, από τη μεριά της, αποκαλύπτει μία μην-αποβαλόμενη έλλειψη, μία μην-αποσβεσθείσα αν-ολοκλήρωση. Επί πλέον, διαφορετικές μεταβιβάσεις διασταυρώνονται, για να προτείνουν στον αναλυτή το πρόβλημα της καθοδηγήσεως των. Αυτός πρέπει να ακούει τον ιατρό, και τον ασθενή, τον οποίο δείχνει εκείνος – ενας ασθενής, λοιπόν, που δεν αιτήθηκε την παρέμβαση – και επίσης να αναγνωρίζει το βάρος της «ιδρυματικής μεταβίβασης», δηλ., τα σημαίνοντα που έχουν οδηγήσει τον δεύτερο να ζητήσει την βοήθεια του πρώτου. Όπως μπορούμε να δούμε δεν πρόκειται για μία « αρμονική» κατάσταση, ούτε καν για μία χαμένη αρμονία που πρέπει να επανιδρύσει. Μερικοί (όπως ο Ρουμπέν Μαρίν) ακόμη και την περιγράφουν σαν μία « μη-σχέση» δηλ. αποτυχημένη συνάντηση πάλι και από την αρχή της [4]. Γι΄ αυτό, η τοποθέτηση του αναλυτή μπορεί να αποκαλύπτει και να φωτίζει με μεγάλη συχνότητα της ρωγμές των ιδρυμάτων. Όμως δεν είναι αδύνατο και να παραγεί ενα αποτέλεσμα στο Πραγματικό: να ξανακινεί μία ιατρική πράξη η οποία έγινε προσωρινά σταματημένη, εμποδισμένη, αποφραγμένη. Σε καθε Λόγο αντιστοιχεί επί πλέον μία διαφορετική αντίληψη του Σώματος. Η Επιστήμη το παρατηρεί σαν ενα αντικείμενο, το μετράει. Η Ψυχανάλυση – αντίθετα – το αντιλλαμβάνεται σαν μία σύνθεση σημαινόντων. Αυτό είναι το σημείο στον οποίο μπορεί να προοδεύει, ή άλλως να ναυάγει, η «Ψυχοσωματική». Ένα άλλο σημείο διασταυρώσεως των λόγων είναι η προσπάθεια ενος Μάηκελ Μπάλιντ – ο κληρονόμος του Σάνδορ Φέρενγζι – που έκανε μία από τις πρώτες « εκδρομές» της Ψυχανάλυσης μέσα στο ιατρικό έδαφος, με τις Ομάδες του, στις οποίες το «ψ» (δηλ., όπως το λέγαμε, η επιδρομή της υποκειμενικής διαίρεσης στην Ιατρική Τάξη) εμφανίζεται στο φως και ερευνάται αρχίζοντας από τα σημαίνοντα που παράγουν οι ιατροί.

Α΄. Η ΤΡΟΧΙΑ

Η διαδικασία της Ομάδας διοργανώθηκε κατά διαφορετικούς άξονες:

1)     η υπερνίκηση μερικών αντιστάσεων οι οποίες έδρασαν μέσα στον ίδιο Τομέα: να εξαρθρώσει το ψυχιατρικό τιμάριον, να διασχίσει τις δυσκολίες του «ψ» να μπαίνει σε ενα χώρο «ανοίκειο» (unheimlich, uncanny) – αυτό της φυσικής παθήσεως, του σωματικού πόνου και διαμελήσεως, της πραγματικής εγγύτητας του θανάτου, κ.λ.π.,

2)     η αρχή της εμπειρίας μας, να απαντήσουμε τα στερεοτυπικά και γραπτά αιτήματα που φτάνουν στο Τομέα,

3)     βιβλιογραφική έρευνα και μελέτη από όλα τα μέλη της ομάδας – π.χ. οι αναφορές της προηγούμενης Εισαγωγής – και την απόκτηση νέων μαρτυρίων διά μέσου της προσωπικής επικοινωνίας της ομάδας με άλλους συναδέλφους που έχουν εμπειρία στην Διασυνδετική-Συμβουλευτική,

4)     μία εβδομαδιαία εποπτεία (την οποία οδήγησε ο Χουάν Χ. Κρισκάουτ), ο σκοπός της δεν περιορίσθηκε στις παραστατικές περιπτώσεις, άλλα επεκτάθηκε για να μελετούμε το ίδιο πεδίο της Διασυνδετικής, τα σύνορα της, τον προσδιορισμό της,

5)     και ένα μηνιαίο χώρο για να συλλογιζόμαστε για αυτήν την ίδια την ομάδα μας (τον οποίο διεύθυναν ο Φερνάντο Ουζόα και η Μπεατρίζ Τάμπερ), γιατί σ’όλες τις ομάδες μπορούν να παράγονται, νωρίς ή αργά, φαντασιακά φαινόμενα ισάξια από αυτά που περιγράφει ο Φρεϋδ στην «Ψυχολογία των Μαζών», τα οποία καταβαρύνουν, εμποδίζουν ή μεταβάλλουν την εργασία. Με την συγκέντρωση αυτή μπορέσαμε τουλάχιστον να τα περιορίζουμε,

6)     μία ουσιώδης στιγμή: η συμμετοχή της ομάδας στις «ημερήσιες ιατρικές αναφορές» και στις «επιθεωρήσεις» του Θαλάμου εσωτερικών ασθενών (Τομέα Κλινικής Ιατρικής), δίπλα στο προσωπικό του τομέα: ιατρούς, νοσοκόμες, κινησιολόγους, κ.λ.π. Διστακτική, άλλα ενθουσιαστική έναρξη μίας πιθανής παρουσίας μας στο Τομέα αυτό. Οι «τελετές» αυτές πραγματοποιούνται με τον εξής τροπο: η «ημερήσια ιατρική αναφορά» του θαλάμου συνίσταται στην ανάγνωση – μέσα σ’ ενα δωμάτιο αποκλειστικά για τους ιατρούς – των κλινικών ιστορικών, δίδοντας πρωτεραιότητα στις νέες περιπτώσεις, και προσθέτοντας την εξέληξη των ήδη γνωστών. Όσον αφορά την «επιθεώρηση», αυτή αναπτύσσεται σαν μία περιφορά (της ομάδας ιατρών, νοσοκόμών, βοηθών, κ.λ.π.) διασχίζοντας το θάλαμο δίπλα στα κρεβάτια, και τα σχόλια γίνονται μπροστά σε κάθε άρρωστο. Όσο πιο πολύ συχνάζαμε, πιό πολύ ενισχύαμε και σταθεροποιούσαμε το δεσμό μας: εξ αιτίας αυτού του γεγονότος, το αίτημα για την Διασυνδετική γινόταν με αυθόρμητο τρόπο, κατά την διάρκεια των διαδικασιών του θαλάμου, και έπειτα σαν αποτέλεσμα του προσωπικού διαλόγου, δηλ. όχι μόνο δια μέσου ενός γραπτού μηνύματος που έφτασε στο τομέα Ψυχοπαθολογίας. Αυτό το μήνυμα έφτανε πάντα πάρα πολύ αργά, δηλ. όταν ο βαθμός ικανότητας είχε ελλαττωθεί αξιοσημείωτα. Το αναφερομένο αίτημα μεγάλωσε, λοιπόν, σε γεωμετρική αναλογία. Ταυτόχρονα άλλαξε το είδος των νόσων για τις οποίες ζητείτο η παρέμβασή μας. Οι πρώτες περιπτώσεις ήταν αμιγώς ψυχιατρικού είδους. Σ’ αυτές αιτείτο μονάχα μία ψευδο-επιστημονική αγίαση ενός καταπραϋντικού ψυχοφαρμάκου, το οποίο ήδη είχαν δώσει στον άρρωστο. Από αυτή την κατάσταση μπόρεσε να περάσει σε μία άλλη, διαφορετική: έγινε δυνατό να ζητάει βοήθεια για ασθενείς, η υποκειμενότητα των οποίων μπορούσε να γίνει πρώτα ορατή, αναφερομένη, και έπειτα αποστάλεισα στην ομάδα «ψ». Τελικά, η συμμετοχή σ’ αυτές τις διαδικασίες – οι οποίες συμπεριλαμβάνουν πολλές ιατρικές πληροφορίες που, αν και όχι άσχετες, δεν είναι όλες οφέλιμες για την δραστηριότητά μας – δεν ήταν πια μια ανάγκη. Το προσωπικό του Τομέα ταύτισε ήδη τα μέλη της ομάδας σαν Άλλους, «μερικούς εκ τον Πολλών» στούς οποίους υποθέτει ή αποδίδει κάποιος μία προσδιορισμένη γνώση,

7)     Η συμμετοχή, επι πλέον, στις εβδομαδιαίες συναντήσεις του τμήματος Ενηλίκων του τομέα Ψυχοπαθολογίας, που μας επιτρεπόταν να εναρθρώσει την Διασυνδετική με το τμήμα. Π.χ. την επόμενη θεραπεία των ασθενών που έβγαιναν από το θάλαμο Κλινικής έγινε πιο ευκίνητη. Τελικά, η ομάδα συμμετείχε στο θεωρητικό Σεμινάριο του τμήματος.

Πρόκειται τώρα να εξιστορήσουμε μερικά παραδείγματα της εμπειρίας μας [5].

Β΄. «Η ΕΝΟΙΚΙΑΣΤΡΙΑ»

 

   Κατά την διάρκεια μίας προαναφερομένης εξετάσης, ένας διευθυντής του τομέα Κλινικής μας προτείνει μία πρόκληση: να αναλάβουμε και – φυσικά – να λύσουμε μία παθητική κατάσταση, στην οποία είχαν κολλήσει την ετικέτα «νοσοκομισμό». Επρόκειτο για μία διαβητική γυναίκα η οποία είχε υποστεί τον ακρωτηριασμό ενός σκέλους της, χωρίς να βγαίνει από το Νοσοκομείο ένα ολόκληρο χρόνο: ανήκουστη κατάσταση, αν λάβουμε υπ΄όψιν μας οτι είναι σ’ ενα Νοσοκομείο οξείων αρρώστων.

Μία από τα μέλη της ομάδας της έτυχε για να αντιμετωπίσει το αίνιγμα. Λαμβάνει όμως από την ασθενή μία απόρριψη αξίας μίας ακίνητης πέτρινης Σφίγγας: ποτέ δεν είχε αναδεχτεί μία ψυχολόγο, και δεν σκεφτόταν απόλυτα να το κάνει ούτε τώρα, ούτε στο μέλλον, εγγύς ή απώτερο. Το προσωπικό του Τομέα Κλινικής, με τη σιωπή του – ή με το ισότιμο της σιωπής, το τεχνικισμό της ιατρικής γλώσσας – συνοδεύει την απόλυτη άρνηση της γυναίκας με την ατμόσφαιρα ενός ψυχρού ογκοπάγου. Η ισχυρογνωμική αναλύτρια ξεδιπλώνει όμως, μπροστά στην Μέδουσα που την διόρισαν, όλα τα προσόντα που την διατάσσει η προαίσθηση της. Πιστέψτε το ή όχι, επιτυγχάνει: την μεταμορφώνει… σε μία πιστή ακόλουθο. Από την λυσσασμένη απόρριψη που είχε πριν, αναζητάει και επιθυμεί τώρα την παρουσία της, και την απαιτεί με παράπονο όταν αργεί, ή όταν έλειψε στο Νοσοκομείο εξ αιτίας προσωπικών προβλημάτων. Επίσης αποκτεί την αναγνώριση των ιατρών του Τομέα. Όμως στα δείγματα επιδοκιμασίας και θαυμασμού που λαμβάνει, μπορεί ταυτόχρονα να διορίσει ένα καλά υπόκρυπτο και απόμακρο σκεπτικισμό. Επί πλέον επιβεβαιώνει ο τι οι συγγενείς της αρρώστης μένουν αδιάφοροι όταν τους καλέσει σε μία συνάντηση, για να εκτιμήσει την κατάστασή των. Μία άλλη φορά πρέπει να εξελίσσει επίμονες προσπάθειες για να αποκτίσει το νέο στοχό της, και ξανά επιτυγχάνει: επιτέλους, οι συγγενείς έρχονται στο Θάλαμο. Απρόθυμα περιγράφουν την άθλια κατοικία των, που δεν έχει καν πάτωμα. Όπως είναι φανερό, όχι μάταια επιθυμεί η γυναίκα να μένει στο Νοσοκομείο σαν εσωτερική ασθενής. Η Διασυνδετική-αναλύτρια πραγματοποιεί και μια ακόμα ανακάλυψη. Η ασθενής κάνει επικίνδυνες παραβάσεις της αυστηρής διαίτας που της έχουν υποδείξει εξ αιτίας της μεταβολικής διαταραχής της. Παράξενη είναι επίσης η ανεκτικότητα του προσωπικού του Τομέα έναντι των παραβάσεων αυτών, όταν η αναλύτρια τους ρωτάει. Τελικά επιτυγχάνει να αποκαλύπτει το κλειδί, που δεν είναι τίποτα άλλο από μία «ψυχολογοποίηση», δηλ., ό τι το προσωπικό αποδίδει στην ασθενή την πρόθεση για αυτο-επιθετικότητα την στιγμή στην οποίαν κάποιος την κοινωνεί το εγγύς εξιτήριο της. Δια μέσου μίας απλής «ψυχολογικής ενέργειας» θα είναι ικανή, στην κρυπτή γνώμη αυτών, να μεταβάλλει κάποιο φυσικό παράμετρο, εμποδίζοντας έτσι την έξοδο της, διαιωνίζοντας το ευεργετικό ενοικαστήριό της. Εδώ πραγματοποιεί η ψυχαναλύτρια την πρώτη παρέμβασή της, προσπαθώντας να ενεργεί σ΄ αυτή την εξογκωμένη χρήση της Γνώσης, την διαλεκτική αντιστροφή της. Τους αποδεικνύει ο τι οι δυνατότητες αυτού του «κινήτρου» είναι, τουλάχιστον, περιορισμένες!

Με την ασθενή, η εργασία πραγματοποιείται προσπαθώντας την απο-μυθοποίηση της εσωτερικής θέσης της ασθενούς στο Νοσοκομείο. Μακριά από να έχει δια μέσου αυτής ένα προνόμιο, η αναλύτρια της αποκαλύπτει την αντίστροφη της κατάστασης: η ασθενής έγινε ένα άχρηστο αντικείμενο, και το τίμημα αυτής της χίμαιρας, εν τω μεταξύ, ήταν ένας καινούριος ακρωτηριασμός και του άλλου της ποδιού. Η δεύτερη παρέμβαση της αναλύτριας, πάλι με το προσωπικό, έχει σαν στόχο μία αναδρομική δραστηριότητα στην πρώτη. Σκοπεύει την επανεμφάνιση της θέσης της γυναίκας σαν ασθενούς, και μαζί μ΄αυτό της ιατρικής πράξης, η οποία είχε μέχρι τότε ανακοπεί. Πράγματι, κατά την διάρκειαν της επιθεώρησης, οι ιατροί σχεδόν δεν προσφέραν δεδομένα επι της εξέληξής της, και μόνο σχολίαζαν ό τι εκεί έμεινε η «ενοικιάστρια».

Γ΄. «Η ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ ΜΠΛΟΥΖΑ»

Μερικές φορές, η παρουσία και η δραστηριότητα της Διασυνδετικής ομάδας μπορούν να παράγουν μία τροποποίηση της ιδρυματικής πράξης, ή της ανώμαλης λειτουργίας της. Συχνά μία ασθενής που μπαίνει στο χειρουργείο γυρίζει στο κρεβαττι της χωρίς εγχείρηση, γιατί μία κρίση υψηλής πιέσεως εμποδίζει την χειρουργική πράξη, κάνοντας την αδύνατη. Δεν ονομάζουμε την εργασία μας «ψυχολογική προετοιμασία» όμως πρέπει να μην περιφρονεί κάποιος την ικανότητα της απαλλαγής του βάρους του σημαίνοντος, την οποία μπορούν να έχουν διαδοχικές συνεντεύξεις δίπλα στο κρεβάτι, επειδή επιτρέπουν στους αρρώστους, σε πολλές περιπτώσεις, να αντιμετωπίζουν την δοκιμή χωρίς να παρουσιάζουν τόσες ενοχλήσεις.

Σ’ ενα χειρουργικό τομέα, μία Διασυνδετική-αναλύτρια είχε εργαστεί με αρκετό κόπο, όμως η δουλειά της ματαιώθηκε την τελευταία στιγμή. Είχε δώσει σιγουριά στην ασθενή ο τι θα την είχε συνοδέψει στο χειρουργείο και θα έμενε εκεί δίπλα της ως την αρχή της αναισθητικής επαγωγής, άλλα δεν μπόρεσε να κρατήσει την υπόσχεσή της, γιατι ο χειρουργός-προϊστάμενος του τομέα αποφάσισε να επισπεύσει την εγχείρηση δίχως να την ειδοποιήσει. Έφτασε, δηλαδή, αργά. Μπροστά στις πόρτες του χειρουργείου, τις οποίες βρήκε κλειστές ερμητικώς, η αναλύτρια έμενε ανίκανη να στείλει το μήνυμά της στην ασθενή. Ήθελε τουλάχιστον να της πεί ο τι την περίμενε έξω… Άλλα – αφού δεν είχε την απαραίτητη χειρουργική μπλουζα, της ήταν αδύνατο να μπεί μέσα στο θυσιαστικό χώρο. Έπειτα, έπρεπε να τσακωθεί πίκρα και διαρκώς με τον προϊστάμενο αυτό, εξ αιτίας τόσης φτωχής αναγνώρισης της εργασίας της.

Ακόμη κι αν έγινε έτσι – ή ίσως σαν αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος – το επόμενο αίτημα για μία Διασυνδετική – πρόκειτο επίσης για μία ασθενή που έπρεπε να υποφέρει μία εγχείρηση, με μία προηγούμενη προσπάθεια που είχε ματαιωθεί – εκφράστηκε αντιθέτως ό τι η εγχείρηση θα εξαρτάτο από την γνώμη του Διασυνδετικού-αναλυτή.

Βεβαίως, φάνηκε ένα βήμα μπροστά…

Όταν αντιμετωπίσαμε τον ίδιο προϊστάμενο όμως, αποδείχθηκε – ένα βήμα πίσω… – ο τι η περίοδος εργασίας που αυτός μας έδωσε ήταν ήδη καθορισμένη εκ των πρωτέρον. Και δεν ήταν καθόλου εκτεταμένη: δεν μας επέτρεψε περισσότερο από δύο μέρες!

Αποφασίσαμε να του προτείνουμε ή να μας παραχωρίσει το καθορισμό της περιόδου εργασίας, ή να μένει ο θάλαμος δίχως την παρέμβασή μας.

Μετά από την νέα (ευτυχημένη) διαπραγμάτευση, ο Διασυνδετικός-αναλυτής δεν βρίσκει πιά δυσκολίες στην εργασία του με την ασθενή, η οποία τον αναγνωρίζει αμέσως – δηλ. χωρίς προηγούμενη επαφή – σαν «τον ψυχολόγο της» ίσως το πρώτο σημαίνον της μεταβίβασης. Από την μεριά του, ο αναλυτής παρατηρεί την επιμονή, μέσα στο λόγο της γυναίκας, των σημαινόντων «ενοχή και τιμωρία», με τους οποίους αυτή ταυτίζεται, και φαντάζεται αυτά σαν δείκτες της τοποθέτησής της ενάντι των άλλων. Η αρρώστια της, λοιπόν, είναι ένα φρούριο μαζοχιστικής εξευγένισης, στην φαντασιωτική σχέση της με τον Άλλον. Δια μέσου της επεξεργασίας με τον αναλυτή, κάποια όψη της τοποθέτησης αυτής ταράσσεται. Η ασθενής καθίσταται ικανή να αναζητήσει ορισμένες διαδικασίες. Π. χ., όταν της προτείνουν στο θάλαμο να κάνουν την εγχείρηση σε μία στιγμή στην οποία ο χειρουργός της (και στον οποίο έχει εμπιστοσύνη) δεν είναι παρόν, το αρνείται.

Τελικά, η μέρα της πραγματικής εγχείρησης φτάνει: σε βαθιά αντίθεση με την προηγούμενη κατάσταση, οι χειρούργοι έχουν ετοιμάσει με ακρίβεια για τον Διασυνδετικό-αναλυτή… τη χειρουργική του μπλουζα!

Δ΄. «Η ΛΙΜΑ ΝΥΧΙΩΝ»

Νοητική αρρώστια! Μια βροντώδης κραυγή, που βγαίνει φοβερά από τους τρομαγμένους λαιμούς των ιατρών ενός άλλου χειρουργικού θαλάμου – αν και οι ηρακλικοί χειρουργικοί βραχίωνές των, βεβαίως, ποτέ δεν θα οπισθοδρομήσουν μπροστά καμίας άλλης απειλής – διέρχεται τους διαδρόμους του Νοσοκομείου, οι τοίχοι του οποίου τρέμουν και δήθεν καταρρέουν έναντι τόσου σκανδάλου, δυσοίωνο, αδιάφανο, αναποκρυπτογραφικό.

Πολλές φορές, ένα μεγάλο μέρος της λύσης μίας πλευράς της μεταβίβασης, η οποία αναφέραμε πριν, συνίσταται στην απομυθοποίηση φαντασιωτικών κινδύνων. Τω όντι, οι μύθοι που κατασκευάζονται μέσα στο θάλαμο συχνά φαίνονται να μεγαλώνουν – και να είναι τόσο εφήμεροι – σαν μια σφαίρα χιονιού.

Στην περίπτωση μιας νεαρής για την οποία μας αναζητούν αυτή την φορά, μας λένε – μοναδική αναφορά – ό τι έρχεται από ένα ψυχιατρικό άσυλο. Εκεί έκανε μια απόπειρα φυγής – κανένας δεν ξέρει αν ο σκοπός της ήταν να δραπετεύσει από το ίδρυμα, ή από την ύπαρξη – πέφτοντας από τις άκρες των τοίχων. Τώρα μένει ακίνητη μεταξύ γυψών, συνδετήρων σπασμένων οστών, και τραβηγμάτων. Όμως δεν καταφεύγει πίσω από ορθοπεδικές συσκευές, άλλα κάτω από τον προμαχώνα μιας ανέφικτης βουβωσύνης, που σπάζει μόνο με ελάχιστες μονοσύλλαβες. Υπάρχει ακόμα ένα άλλο απόσπασμα του μύθου που της αποδίδει το προσωπικό. Θα είχε επιτεθεί μια σύντροφό της στο Μαιευτικό θάλαμο: θα την είχε χτυπήσει με τα παπούτσια της. ‘Εγκυος, κοντά στην στιγμή του τοκετού, για το οποίο είχε μεταφερθεί από το άσυλο σε ένα άλλο Νοσοκομείο, μήπως η γέννηση του υιού της είχε αποδεσμεύσει μία επιδείνωση της ήδη ανασφαλούς νοητικής υγείας της;

Το παιδί, υποθέσαμε, είχε περάσει αμέσως στην διάθεση κάποιου δικαστή ανηλίκων. Όπως τόσα άλλα δεδομένα της ασθενούς, ήταν άγνωστα το πεπρωμένο του και η διαμονή του. Μόνο έγινε γνωστό ό τι η νεαρή μητέρα είχε έρθει από μια πολύ μακρινή επαρχία, και δεν είχε στην μεγάλη πόλη άλλη στέγη παρά το ύπαιθρο. Έτσι λοιπόν η Διασυνδετική-αναλύτρια που ανέλαβε αυτό το πρόβλημα έπρεπε να αρχίσει από ένα έδαφος σκοτεινό και μυστηριώδες. Όντως, είχε να υποφέρει δυσχερείς και εκτεταμένες συνεδριάσεις παρατεταμένης και πλήρης σιωπής, πριν να ανοιχτεί η πηγή της αλήθειας. Το τι την περίμενε εκεί δεν ήταν ακριβώς ευμενές: αντίθετα, πρόκειτο για ένα λαβύρινθο της φρίκης. Μια οικογένεια που κατοικεί σε ένα χώρο άγριο και ανέφικτο (δεν φτάνουν ούτε γράμματα ούτε τηλεγραφήματα) σε μόνιμη και έσχατη βία (ο υποθετικός πατέρας της είναι ένας από τα πιό φοβερά πρόσωπα) από την οποία είχε φύγει αναγκαστικά, και στην οποία δεν μπορεί να γυρίσει χωρίς να κινδυνεύει η ζωή της, η πορεία της, εκπορνευόμενη για να επιζήσει, και μεσουρανήσει στην βεβιασμένη εισαγωγή στο ψυχιατρικό νοσοκομείο δια μέσου της αστυνομίας, η παρουσία της στα δικαστήρια όπου η γραφειοκρατική αναισθησία είναι το κυκλοφοριακό νόμισμα. Ο σωματικός πόνος είναι λίγος δίπλα στο πόνο που της προκαλεί η έλειψη απάντησης του επαγγελματικού και κοινωνικού περιβάλλοντος. Η αναλύτρια αποφασίζει να παρατείνει την ακρόασή της, εξυπηρετώντας προσωρινά σαν αντικαταστικό μπάλωμα που θα σκεπάσει τις σχισμές των ιδρυμάτων, τα οποία ως την στιγμή αυτή μόνο προμήθευαν μία θανάσιμη βουβαμάρα. Επικοινωνεί προσωπικά με αυτούς που είχαν δεί την ασθενή στο άσυλο, με τους δικαστές που την είχαν εξετάσει, προσπαθεί – ματαίως – να στείλει μηνύματα στους μακρινούς και ανέφικτους συγγενείς, εργάζεται μαζί με τις κοινωνικές λειτουργούς του Νοσοκομείου για να βρεί την διαμονή του τέκνου. Από όλο αυτό το ξεδίπλωμα, το οποίο δεν της προξενεί καθόλου το τόσο φοβερό «μπέρν-άουτ», προκύπτει σαν αποτέλεσμα η υποκειμενική ανάδυση: η ασθενής κάνει έκφραση την επυθημία της για να ανακτήσει το χαμένο υιό της. Βρίσκεται όμως σε μία δυσμενή θέση για να το αποκτήσει.

Από μία αρχή δήθεν κλειστή, έπειτα από μια κοπιώδη τροχιά, η αναλύτρια μπορεί επίσης να μαρτυρήσει την εμφάνηση ενός μορφώματος του Ασυνειδήτου: το ευφυολόγημα. Έφερε στην ασθενή, η οποία το ζήτησε, μια λίμα νυχιών. Η ασθενής είναι ήδη ικανή να κινήσει το πόδι της, και παραπονιέται ο τι ενα «κακό» της δακτυλάκι (το δείχνει, το προσωποποιεί, και το επιπλήττει μ΄ αυτό το τρόπο) έσχισε μια κάλτσα της.

Μπορεί ήδη να περπατάει. Βλέποντας την στους διαδρόμους του Νοσοκομείο, δοκιμάζοντας ενα πήγαινε-έλα από το θάλαμο, η αναλύτρια υποψιάζεται ήδη την αναπόφευκτη έξωδο: η φυγή. Ο κίνδυνος να επανεισαχθεί σε ένα άσυλο δια της δημόσιας αρχής δεν θα την εμποδίσει και δεν θα παραιτήσει την θηλυκή της αναζήτηση.

————

Για να συμπεράνουμε, ποιές εργασίες περιμένουν την ομάδα Διασυνδετικής μας, και ποιό μπορεί να είναι το ενδιαφέρον της διήγησης της εμπειρίας της;

Στο άρθο της, «Η Διασυνδετική: μία πράξη της δυσαρέσκειας», η Σιλβίνα Γκάμσιε λεπτολογεί με εξολοθρευτική ακρίβεια τα impasses των εργασιών των αναλυτών στα ιδρύματα. Φυσικά, είναι επίσης δυνατό να τοποθετήσει αυτά στις περιπτώσεις τις οποίες έχουμε αφηγηθεί. Όμως, δεν είναι αυτά ταυτόχρονα και αφορμές για να επιμένουμε, για να προσπαθούμε να υποστηρίζουμε την προέκταση της Ψυχανάλυσης στην Διασυνδετική, και ίσως να προσφέρουμε μια από τις δυνατότητές της να επιζεί – με την πρότασή της μιας διαφορετικής Ηθικής από αυτή της επίσημης Επιστήμης – πέρα από μία τεχνολογοποίηση, η οποία καθίσταται κάθε μέρα πιό αδυσώπητη;

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

 

Το ανά χείρας άρθρο δίνει μια περιγραφή της διαδικασίας της Διασυνδετικής-Ψυχανάλυσης σε ένα Γενικό Νοσοκομείο. Αφιγείται την πορεία της ομάδας: η παρουσία της στους θαλάμους αρρώστων παράγει ζητήματα τα οποία προοδεύει από ενα αμιγώς ψυχιατρικό, λιγότερο αποτελεσματικό επίπεδο, ως την αναγνώριση της υποκειμενικότητας. Αυτή εμφανίζεται μέσα στις ιατρικές διαπραγματεύσεις με διαρρηκτικό τρόπο.

Παρουσιάζονται τρία κλινικά παραδείγματα:

  1. «Η Ενοικιάστρα». Μια επίσκεψη της μεταβίβασης, στις δυο πλευρές της: με την άρρωστη και με το προσωπικό του θαλάμου. Η παρέμβαση του αναλυτή προσπαθεί να λύνει μια impasse της ιατρικής διαδικασίας.
  2. «Η Χειρουργική Μπλούζα» Μια επιτυχημένη διαχείρηση σε μια ιδρυτική σύγκρουση επιτρέπεται τις επόμενες περιπτώσεις να κληρονομούν την ευεργεσία.
  3. «Η Λίμα Νυχιών» δείχνει την απο-μυθοποίηση σαν αποτέλεσμα της εργασίας της Διασυνδετικής-αναλύσης, όταν η λεγομένη «νοητική αρρώστια» εμποδίζει την ανάπτυξη της ιατρικής πράξης.

Το ενδιαφέρων της διηγήσης αυτής της εμπειρίας συνίσταται να διατηρεί ενα χώρο «ψ» – την διάσταση της υποκειμενικότητας – μέσα στο Νοσοκομείο, όπου οι κατασυντριπτικές τεχνολογικές εξελήξεις απειλούν με την εξαφάνισή του.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

AMOEDO, S., DEMARCHI, G., FAZZITO, A., GUIÑAZÚ, L., IZRAILIT, D. (1986) Psicoanálisis en la institución desde la interconsulta, El Malentendido, No. 1,15-18

BARENBLIT, V., CRISCAUT, J. J. (1966) Integración de la asistencia psiquiátrica en los servicios de un hospital general: la función consulta, FAP, Xa. Conferencia de salud mental, Mar del Plata.

BOSCHAN, P.(1981) Aspectos contratransferenciales de la interconsulta psiquiátrica. Rev. Arg. de PsA, III, 1, 253-265.

CARELLI, R. (1987) Interconsultas: zona de frontera, Hospital Dr. M. Castex, San Martín, Prov. de Bs. As.

CARPINACCI, J. (1975) Consideraciones generales sobre la interconsulta psiquiátrica, Acta psiquiát. psicol. Amér. lat., 21, 64-70.

CLAVREUL, J. (1978) L’ Ordre Medical, Paris, Seuil

CRISCAUT, J. J. (1974) Interconsulta hospitalaria, Fac. de Psicol. , Bs. As.

(1975) Conclusiones generales de las jornadas de emergencia en psiquiatría, Bs. As.

(1983) La interconsulta: una práctica para seguir pensando desde el psicoanálisis, APBA, 2o. Congreso Metropolitano de Psicol.

CHEVNIK, M. (1991) La interconsulta médico-psicológica. Entre la medicina y el psicoanálisis, una mediación posible στο: Lecturas de lo psicosomático, Buenos Aires, Ed. Lugar.

CHIARVETTI, S., GANDOLFO, E. (1980) Sobre la relación de dos discursos en un ámbito institucional, Rev. Arg. de Psicol. ,X, 26,115-123.

DE LA FUENTE, J. (1987) Interconsulta psiquiátrica en un hospital general: revisión de un año, Rev. Psiquiatría Fac. Med. Barcelona, 14,1,13-20.

FELD, V. (1987)  La interconsulta médico-psicopatológica en el hospital, APBA, Gaceta Psicológica, No. 33, jun-jul., 33-34

FERRARI, H. (1977) La interconsulta médico-psicológica en el marco hospitalario Buenos Aires, Ed. Nueva Visión.

(1983) Interconsulta médico-psicológica y relación médico-paciente, Acta psiquiát. Psicol. Amér. lat. , 2, No. 9, 178-186.

GAMSIE, S. (1994) La interconsulta: una práctica del malestar, Psicoanálisis y el Hospital, III, 5, 58-62.

GOLDENBERG, M. (1964) La psiquiatría en el hospital general, IIIer Congreso Arg. de Psiquiatría, Embalse Río Tercero, Córdoba.

GOLDENBERG, M.,  BARENBLIT, V. (1966) La psiquiatría en el Hospital General, La Semana Médica, LXXIII, No.4015, T.118, 1.

LACAN, J. (1966) Psychanalyse et Médecine, Lettres de l’ École Freudienne, 1, 34- 61.

(1975) Le Symptôme, Conférence à Genève, Le bloc-notes de la Psychanalyse, No.5, Genève, Alars. (Ed, 1985)

LIPOWSKI, Z. J. (1981) Liaison psychiatry: referral patterns and their stability over time, Am. J. Psychiatry, December, 138,12; 1608-1611.

(1988)  Linking mental and medical health care: an unfinished task, The Academy of Psychosomatic Medicine, Editorial.

(1992)  Consultation-liaison psychiatry at century’s end, Psychosomatics, Spring, 33, 2; 128-133

MARÍN, R., ENGHEL, C., PUSTILNIK, C., VIRGINILLO, C. (1986) La interconsulta a psiquiatría o cuando el amo deja de ser idéntico a sí mismo, Reunión Lacanoamericana, Montevideo.

MAYOCHI, M., DUBINSKY, S. (1994) Interconsulta médico-psicológica, El Otro, Bs. As.

PORRAS, S. (1993) Aspectos evolutivos en la interconsulta psiquiátrica del hospital general, Rev. Psiquiátr., Fac. Med. de Barcelona, 20, 5,172-180.

RAIMBAULT, G. (1980) Pediatría y psicoanálisis, Buenos Aires, Ed. Amorrortu (πρωτότυπο: Médecins d’ Enfants – onze pédiatres, une psychanalyste, Seuil, Paris)

RINCÓN, J., SANTACRUZ, G., OTERO, F., FARINOLA, G. (1991) Inter-consulta: ¿entre la medicina y el psicoanálisis?, Psicoanálisis y el Hospital, I, 1, 61-66.

SCHIAVO, C., BRAVERMAN, C., FANTIN, C., (1992) El psicoanálisis en el hospital general: un dispositivo para la interconsulta, στο: Neurosis, Psicosis, Perversión. Jornadas Municipales de Salud Mental, Hospital T. Alvarez, Buenos Aires, Ed. Lugar.

VALAS, P. (1989) Présentation: existe-t-il un sujet psychosomatique?, Groupe de Recherche sur la Psychosomatique, Analytica No. 59, Paris, Navarin.

VÁZQUEZ BARQUERO, J. L. (1985) La unidad psiquiátrica de consulta y enlace en el hospital general: una perspectiva asistencial, docente e investigadora, Rev. Asoc. Española de Neuropsiquiatría, V, 14, 299-311.

WARTEL, R. (1986) Le phenomène psychosomatique et la psychanalyse: qu’ attendent de nous les médecins?, GREPS, Analytica No. 48, Paris, Navarin.


[1] Αν η ψυχανάλυση, όπως την ίδρυσε ο Φρεϋδ με την ανακάλυψη του Ασυνειδήτου, είναι μια πράξη του Λόγου, δεν καταλύγει ό τι η ισχυρόγνωμη πίστη μας σε κάποιου είδους «πραγματικότητος» πιο πέρα της γλώσσας – ο πειρασμός του Φαντασιακού – μπορεί να ενεργεί σαν αντίσταση του αναλυτή;

Πριν από τον Φρεϋδ, ο Νίτσε ήδη είχε πεί «δεδομένα δεν υπάρχουν, μόνο ερμηνίες». Φυσικά, μπορούμε να βρούμε μερικές ομοιότητες μεταξύ της Ψυχιατρικής του Δεσμού και της Διασυνδετικής Ψυχανάλυσης, αλλά υπάρχουν και σημαντικές διαφορές. Το ανά χείρας δοκίμιο, αν και αναφέρει μερικές από αυτές τις τελευταίες (ειδικά το ό τι καθε μια ανήκει σε διαφορετική γλωσσική τοποθέτηση) δεν τις εξελήσσει όμως, αφού αυτή η ανάπτυξη είναι ο σκοπός ενός άλλου άρθρου.

Ο Φρεϋδ εγκατέστισε την κύρια διαφορά στην εργασία του για τον Λεονάρδο: η Ψυχιατρική (στα χρόνια του Φρεϋδ, η ύπνωση) ενεργεί per via di porre ενώ η ψυχανάλυση το κάνει per via di levare. Η προσπάθεια του Λακάν να διατυπώνει αυτές τις τοποθέτησεις δια μέσου αλγεβρικων μεθόδων γίνεται αναφορά περιληπτικώς στη συνέχεια.

Στις περιπτώσεις που θα ακολουθήσουν, δεν κάναμε καμία προσπάθεια να μειώσουμε ή να αποσβήνουμε τα συμπτώματα (π.χ. με ψυχοφάρμακα ή άλλα μέσα). Αντίθετα, ο σκοπός μας είναι να τα επεξεργαστούμε. Επί πλέον, το «σύμπτωμα» μπορεί να είναι όχι μόνο του ασθενή, άλλα και του ιδρύματος!

Μια παράφραση της ξακουστής έκφρασης του Λακάν, «Il ny a pas de rapport sexuel», μπορούσε να διαβάζεται «Δεν υπάρχει σχέση ιατρός-άρρωστος», επειδή και οι δυο μόνο αντιπροσωπεύουν ο μεν το ιατρικό ίδρυμα, ο δέ την αρρώστια.

[2] Αυτή είναι η αναγκαία δομή της Επιστήμης, η οποία πρέπει να παραλείπει (ακόμα και απορρίπτει) την υποκειμενικότητα, το μοναδικό, για να φτάνει σε γενικά συμπεράσματα.

[3] Όπως είναι γνωστό, ο Λακάν εισήγαγε να χρησιμοποιεί ο ψυχαναλυτής την πυξίδα των τριών διαστάσεων, το Φαντασιακό, το Συμβολικό και το Πραγματικό.

[4] Οι μετα-φρεϋδικές θεωρίες σκοπεύουν ασταμάτητα ένα φαντασιακό ιδεώδες ολοκληρότητας, ακεραιότητας, «αρκετό καλό περιβάλλον», «ιδανική καλή μητέρα», κ.λ.π. Η προσπάθεια του Λακάν είναι να τοποθετήσει την αρνητικότητα, η απώλεια του Eίναι, στον πυρήνα του υποκειμένου, ετσι δείχνοντας τον δρόμο της ψυχαναλυτικής ηθικής.

[5] Οι περιπτώσεις οδηγήθηκαν από τρείς διαφορετικούς αναλυτές, κάθε ένας με το δικό του ρυθμό ή « αντι-μεταβιβαστική διάθεση» (αν και το θεωρητικό πλαίσιό τους υποτέθηκε κοινό). Η διαδικασία της Διασυνδετικής μπορεί να περιλαμβάνει ένα ή πολλές συνεντεύξεις (με τον ιατρό ο οποίος ζητάει την επίσκεψη, με τον άρρωστο, την οικογένειά του, τις νοσοκόμες, τις κοινωνικές λειτουργούς και με άλλα μέλη του Νοσοκομείου, μην αποκλείοντας ακόμα και τον Διευθυντή του) κατά μία σύντομη ή μακροχρόνια περίοδο καιρού (συνήθως περιορισμένο με την είσοδο του ασθενού, αλλά αυτός μπορεί να συνεχίζει τις συναντήσεις με τον ίδιο αναλυτή κατόπιν, ή να γίνει αναφερομένος σε κάποιον άλλον). Τον άρρωστο συναινέτη επισκέπτεται στο κρεβάτι του, και ο αναλυτής πλησιάζει απλώς την καρέκλα απέναντι. Όμως, δεν υπάρχει κανένα «standard» της Διασυνδεττικής: η αναλυτική πράξη δεν έχει να σκοπεύει πάντα μια απόλυτη μοναδικότητα, δηλ. αποκλείοντας καμία γενική προέκταση;

Το Νοσοκομείο είναι μέρος της Κυβέρνησης της Πόλεως του Μπουένος Άιρες, και όλες οι υπηρεσίες του προσφέρονται δωρεάν. Αν ένας άρρωστος δηλώνει ό τι ανήκει για ένα σύστημα κοινωνικής ασφάλειας, αυτό πρέπει να πληρώνει.

Παρομοίως, ο ρυθμός των ζητημάτων παραλλάζει πολύ: μια περιόδος χωρίς ζητήματα (η εργασία μας τότε είναι η ακολούθηση των ήδη επισκεπτών αρρώστων) μπορεί να συνεχίζεται με μια έκριξη πολλών ταυτόχρονων απαιτήσεων. Ενα Διασυνδετικό-συμβουλευτής υποτίθεται να «περιπολεί» (όπως ενα αστυνομική κινητή μονάδα, την περιμένει κανείς να είναι στην απέναντι γωνία όταν πρέπει) τους διαφορετικούς θαλάμους αντί να καθίσταται σε ένα άνετο γραφείο περιμένοντας. «Οι πυροσβέστες του άγχους» ειναι ενα δημοφιλές παρατσούκλι της ομάδας.

Η Διασυνδετική είναι μια προέκταση της ψυχανάλυσης: δηλ. δεν προσπαθήσουμε να «ψυχαναλύουμε» κανέναν (αυτό θα εννούσε τίποτα άλλο από μια «άγρια ψυχανάλυση») και δεν εφαρμόζουμε καθόλου καμία ψυχαναλυτική ορολογία, ούτε κανένα ψυχολογικό «διάλεκτο» με τους ιατρούς (δεν χρειάζετε να προσθέσουμε ό τι αυτή η συμπεριφορά θα σήμαινε ενα σοβαρό διπλωματικό λάθος, ενα ανεπίθυμο fauxpas). Όμως μια αναλυτική προσοχή και διάθεση μπορεί να είναι πολύ διαφορετική από τον ψυχιατρικό ρυθμό επίσκεψης, και παράγει πλήρες αναλυτικά αποτελέσματα. Όπως σε μια ανάλυση, αυτά μόνο μπορούν να αναγνωρίζονται οπισθοδρομικά, «aprèscoup», «nachträglich».

Προτιμάμε να μην χρησιμοποιούμε τον όρο «ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία» γιατί είναι βαρύς με μεγάλο φόρτωμα προσαρμογής, ορθοπαιδική φαντασίωση.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s