Ο Έρως Ιατρός

Μουσείο Ακρόπολης (Bernard Tschumi – Μιχάλης Φωτιάδης)

Summary

Is there a medical Knowledge about Love? In ancient times, Medicine found no obstacles to consider and include subjectivity and its disconforts (indeed, shouldn’t Love be regarded as a passion?) as we can observe in Eryximachus’s speech during the Platonian Symposium. When Freud mentions love – to which his hysteric patients inevitably lead him – the separation of discursive structures already begins to take shape as a definitive one. Beyond scientific universality – that Medicine cannot avoid as its permanent, solid reference – lies its remainder: subjectivity, the waste-object that only psychoanalysis can deal with. A couple of examples from the clinical practice of Liaison-Psychoanalysis – including a brief encounter with physicians affected by the impossibility of explaining “what does not cease to write itself” – show the perennial shortcomings, even impossibility of any “interdisciplinary” approach.

Ελληνική περίληψη

Υπάρχει μια ιατρική γνώση περί Έρωτος; Στα αρχαία χρόνια, η Ιατρική δεν βρήκε κανένα εμπόδιο για να προσέχει και συμπεριλαμβάνει την Υποκειμενικότητα μαζί με τις δυσαρέσκιάς της (τω όντι, δεν θεωρούμε τον ‘ Ερωτα σαν Πάθος;), όπως το βλέπουμε στην ομιλία του Ερυξιμάχου στο Συμπόσιο του Πλάτωνος. Όταν ο Φρόϊδ αναφέρει τον ΄Ερωτα – όπου οι υστερικές του ασθενείς τον οδήγησαν αναπόφευκτα – ο χωρισμός των δομών του Λόγου ήδη αρχίζει να παίρνει την μορφή του πλέον οριστικά.

ababab

ababab1

ababab2

Η θεωρία των τεσσάρων λόγων του Λακάν

Πέρα από την επιστημονική γενικότητα, την οποία η Ιατρική δεν μπορεί να αποφύγει όπως την δική της μόνιμη και στερεά αναφορά, κείτεται ενα υπόλοιπο: η υποκειμενικότητα, το άχρηστο αντικείμενο με τον οποίο μόνο η Ψυχανάλυση μπορεί να ασχολείται. Δύο παραδείγματα της κλινικής πράξης της Διασυνδετικής – συμπεριλαμβάνοντας μια σύντομη συνάντηση με ιατρούς συγκινημένοι απο την αδυνατότητα να εξηγήσουν «το οποίο δεν πάυεται να γράφεται» – δείχνουν τις αιωνίες ανεπάρκειες μίας «πανεπιστημονικής» προσέγγισης.

Ο Φρόϊδ και ο Λακάν μίλησαν κ’ έγραψαν για τον ‘ Ερωτα – όπως μας εξηγεί ο Paul Verhaeghe (1999) 1. Αυτός προσθέτει επιπλέον πόσο αυτό το γεγονός ημπορεί να φαίνεται παράξενο για οποιονδήποτε περιμένοντας μια «επιστημονική» περιγραφή. Τω όντι, θα θέσουμε μάλλον τον ‘ Ερωτα μέσα ενός ποιητικού κόσμου, παρά σε μια τάξη του Λόγου η οποία αποκλείει την υποκειμενικότητα. Ακόμη και απο την άποψη των «ανθρωπίνων επιστημών», – όπως αυτός συνεχίζει να υποστηρίζει – η έμφαση τίθεται περισσότερα στις «διαταραχές σχέσεων», στα «προβλήματα επικοινωνίας» κ.τ.λ.

186920

Πως τα πράγματα ήσαν αλλιώς στα αρχαία χρόνια! Στο Πλατωνικό Συμπόσιο, ο προσκαλεσμένος Ερυξίμαχος δεν βρίσκει καν δυσκολίες να κατέχει την σειρά του όταν πρέπει να κάνει την διάλεξή του περί Έρωτος απο την δική του τοποθέτηση σαν Ιατρός, δηλαδή να αντιπροσωπεύει την άποψη της Ιατρικής. Αν και υπάρχουν διακρίσεις, δεν συμβαίνει τουλάχιστον καμία αντίρριση μεταξύ τέχνης, πράξης και επιστήμης. Επίσης, δεν γίνεται πλέον σύγκρουση με την ποιήση, δηλ. με τα αποτελέσματα.

A.Feuerbach, Das Gastmahl des Plato - Plato's Banquet /Paint./Feuerbach/ 1869 -

Anselm Feuerbach, “Το Συμπόσιο του Πλάτωνος”, Alte Nationalgalerie, Berlin

Αν όλες οι διαλέξεις του Πλατωνικόυ διαλόγου, όπως το σημειώνει ο Λακαν στην εκτεταμένη του ερμηνεία αυτού του κειμένου, συμμετέχουν σε μια ατμόσφαιρα κωμωδίας, δεν θα είναι εκπληκτικό ότι βρησκόμαστε εκεί και την ακαδημαϊκή αυθάδεια του ιατρού, ο οποίος προσπαθεί να μάς πείσει ότι υπάρχει μια Παγκόσμια Αρμονία και ότι η Επιστήμη κυριεύει απέραντα, μη αναχαιτισμένη, όλα τα Υπάρχοντα.

Όπως λέει ο Γιάννης Συκούτρης (1955), στο πρώτο μέρος του λόγου του Ερυξιμάχου 2 ήδη εμφανίζεται η επιβεβαίωση ολοκληρότητας, άμα επικρίνει τον προηγούμενο λόγο – αυτόν του Παυσανία – ως ανεπαρκή. Ο Έρωτας πρέπει να μη θεωρείται το προνόμιο του «ομιλώντας-όν», άλλα προκειμένου να εκτίνεται μέχρι τον Κόσμο ολόκληρο: πλησμονήν και κένωσην του σώματος βρούν τον αντίστοιχο φαινόμενο στην Αρμονία του Μακρόκοσμου και της Μετεωρολογίας. Εν τοιούτο, λαμβανομένης υπ’ όψιν και της χαρμόσυνης και φιλόστοργης συμβολής του Τόξο και της Λύρας του Ηρακλείτου, της Φιλίας και του Νείκου του Εμπεδοκλή, δεν απομένει ακόμα μια ανακρίβεια, μια ενοχλητική και παρα πολύ γενική ευρύτητα, οι οποίες μας αφίνουν κάπως ανήσυχους;

Τι θα έκανε ενας ιατρός σήμερα αν, καλεσμένος σε ενα γιορτινό δείπνο, θα τον ζητούσαν να κάνει μια ομιλία δηλώνοντας τις σκέψεις του για τον Έρωτα από την δική του – Ιατρική – άποψη;

Δεν επρόκειτο για νοσταλγικά ή ρομαντικά απομνηνεύματα: σε ενα ή άλλο σημείο της πράκτικής του ιατρού, ο Έρωτας τον καραδοκεί, για να τον ρωτήσει, τον αμφισβητεί, ώστε να τον αγγίζει ή να τον πληγώνει.

Μερικοί ιατροί ίσως θα υπέφεραν μια αιφνίδια κρίση λόξυγγα (όπως ο Αριστοφάνης στη σειρά του). Άλλοι θα υποστήριξαν ότι ενας « ψυχολόγος» θα χειριζόταν καλύτερα αυτές τις υποθέσεις. Ή μάλλον ακόμη άλλοι – ακολουθώντας τα βήματα Ερυξιμάχου – θα περιέγραψαν τα ορατά, φυσικά, σωματικά σημειώματα της ερωτικής έξαψης…

Sergio Benvenuto (1998,p. 33) αφιηγείται ότι στον XVIIο Αιώνα μια σειρά εικόνων κυκλοφορούσε στις χώρες τις Γερμανίας και Φλαμανδίας για την λαϊκή διασκέδαση: ένας άνθρωπος – φορώντας την σοβαρή, αλλόκοτη και σκούρα στολή την οποία χρησιμοποιούσαν οι ιατροί σ’ αυτές τις ημέρες – εξετάζει τον καρδιακό ρυθμό μιας χλωμής κόρης, δίχως να προσέξει το γεγονός ότι το δεξί χέρι της κρατάει σφιχτά ενα ανοικτό γράμμα. Επίσης, στην κωμωδία του Μολιέρου τον τίτλο της οποίας έχουμε δανειστεί, ο Σγαναρέλ καλεί τουλάχιστον πέντε ιατρούς (!) για να εξετάσουν την μελαγχολική θυγατέρα του, την Λουκίντα: ωστόσο, μόνο η παραδουλέυτρα Λισέτα ηρμηνεύει ακριβώς την κατάσταση εκείνης και αποδεικνύεται κατάλληλη για να διεισδύσει σε μια περιοχή ανοίκεια για τους επιστήμωνες 3.  Και αν το ξέρουν – ούτε θα μπορούσαν να το λένε δυνατά, ούτε καν να το ομολογήσουν, όπως θυμάται ο Φρόϊδ καθώς έκαναν οι ιατροί καθηγητές του, ο Chrobak, ο Charcot και ο Breuer. Να αναγνωρίσει κανείς την κατάσταση αυτή προφανώς δεν είναι μια χειρονομία ακαταδάμαστου θάρρους (όπως η αγιογραφική μεταφροϊδική εποποιία θέλει να πιστέψουμε) ‘αλλα μάλλον το πέρασμα για μια άλλη δομή, όπου τα συστατικά στοιχεία έχουν ήδν αλλάξει τις σχετικές τους τοποθετήσεις.

Moliere lucinde

Molière, “L´Amour Médecin” (η Lisette και η Lucinde), Pont-à-Mousson, 2011

Στο καθημερινό περιβάλλον των Νοσοκομειακών διαδρόμων συναντίζω – φερ’  ειπείν – δυο γυναικολόγους. Μερικές στηγμές πρωτήτερα, πράγματι τους έψαχνα στο θάλαμο γυναικολογίας για να συζητίσω την περίπτωση μίας Διασυνδετικής για την οποία εκείνοι με είχαν ακριβώς παρακαλέσει.

Η άρρωστη είχε μεταφερθεί, τις προηγούμενες ημέρες, στο θάλαμο επειγόντων παρεμβάσεων για μια άμεση εγχείρηση (αναγκάστηκαν να αφαιρέσουν τα γεννητικά όργανά της). Η ιστορία της έδειξε μια φλόγωση της λεκάνης: υποψιάστικαν μια εκτοπική εγκυμοσύνη. Έμεινε στο κρεβάτι του θαλάμου ώστε η ιστοπαθολογική ανάλυση να το επιβεβαιώσει ή το απορρίψει.

Φανερώς, αυτοί οι γυναικολόγοι έχουν ανάγκη να ομιλούν (η συζήτηση εκτείνεται σημαντικά) και να υποστηρίζουν ενα ιδεώδες το οποίο θα έκανε την σεξουαλική σχέση υπάρχουσα και στερεά. Οι δυο άκρες της Φροϊδικής σηράγγος – η ορμή και ο πόθος – πρέπει να συναντηθούν, ποτέ να μην απομακρύνουν, ποτέ να μην προσκρούουν. Ο Θεός μας δημιούργησε άνδρες και γυναίκες, προσθέτει και ο ένας από αυτούς. Πρόκειται για σταθερές πεποιθήσεις, διά μέσου τις οποίες τα μη-απαιτητά ή ανεπιθύμητα φαινόμενα εξαφανίζουν… αφού αντιφατικά, όλοι οι άρρωστοι αρνούνται, αποβάλλουν ή ακόμη απορρίπτουν την αναφερομένη «σεξουαλική σχέση».

Ακριβώς, η άρρωστη την αρνήθηκε: όταν οι γυναικολόγοι επέμειναν, αυτή ομολόγησε ότι συνέβη μόνο δύο ή τρείς φορές. Και αυτοί συνεχίζουν με τους συνειρμούς τους, αστεία, ανέκδοτα, διηγήσεις για άλλους αρρώστους. Η μία παραπονέθηκε για έλλειψη λιμπιδινικής ορμής. Ένας πάρα πολύ αδέξιος συνάδελφός τους της υποχρέωσε να επισκέπτεται έναν ψυχολόγο, δίχως να προσέχει – ασυγχώρετη τυφλότης! – την ύπαρξη ενός σοβαρού ελλείματος ορμόνων.

Τω όντι, ο Έρωτας πρέπει να έχει μια Πραγματική βάση, μια ουσία με αναγνωρισμένη συνταγή, για να υποστηρίζεται ανένδοτος, διηνεκής και σταθερός. Αναγκάζεται να είναι έτσι: αν κάποιος θα αποκαλυπτόταν ότι η υλοποίησή του είναι και του σημαίνοντος, η αποτυχία του θα φώναξε δυνατά…

Οπωσδήποτε, ας γυρίσουμε στην αμφισβήτητη και αμφισβητήσιμη άρρωστή μας. Ο δικός της ψυχίατρος την επισκέπτεται καθημερινά – έτσι αφηγούνται οι νοσοκόμες του Θαλάμου.

Η συνένδευξη γίνεται βάζωντας μια καρέκλα πλάι στο κρεβάτι της. Αυτή να την δέχεται φανερά ευχαριστημένη και σε καλή διάθεση. Διηγείται την δική της ιστορία της σχέσης της με τον επισκέπτη. Αυτός είναι ενας γνωστός σεξολόγος, και εμφανίζεται συχνά στην τηλεόραση και άλλα media, την δίνει Prozac και Clonazepam λόγω των panic attacks της. Δεν εισπράττει από αυτή καμία αμοιβή, ξέροντας την στοιχειώδη καταστασή της η οποία είναι το αποτέλεσμα μίας ατέλειωτης δίκης (θα το εξηγήσει αργότερα), και επιπλέον δουλεύει για αυτόν σαν παραδουλεύτρα στον ιατρείο του. Ωστόσο, αναφέρει την απόφασή της να πάρει λιγότερα από αυτά τα χάπια.

Ταυτόχρονα σηκώνεται λιγο – απομακρύνοντας το σεντόνι που κάλυπτε τα πόδιά της – και διηγείται ότι οι καταλήψεις άρχισαν μετά από την στιγμή όπου ο πρώην εραστής της διένειμε μια φωτογραφία μιας ερωτικής συνάντησής τούς στους αμαξηλάτες της εταιρείας νοικιασεμένων αυτοκινήτων της. Η εικόνα έδειχνε τα γυμνά στήθια της. Αυτή αρχίζει να κλαίει και προσθέτει ο τι, για να μην την αναγνωρίσουν, προσπάθησε να παραμορφώσει το προσωπό της με αυτοακρωτηριασμούς. Οι υπάλληλοί της είχαν αρχίσει να την χλευάζουν και την οδήγησαν να κλείσει την εταιρεία οριστικά. Προσήγαγε τον εραστή της στα δικαστήρια και οι διαδικασίες – μετά από πολλές περίπλοκες στροφές – ακόμα δεν είχαν τελειώσει.

Η συνεντευξη φτάνει στην κατάληξή της. Μια άρρωστη η οποία μπαίνει σε ένα νοσοκομειακό θάλαμο εισέρχεται οχι μόνο σε ενα διαστημιακό περιβάλλον, άλλα γίνεται και υποκείμενο της δομής του, της ιεραρχίας του, της οργάνωσης και των μηχανισμών του. Επισκέπτεται οχι από ένα μόνο ιατρό, αλλα και από πολλούς ειδικούς οι οποίοι αναγνωρίζουν σ΄αυτήν την αντικειμενική υποστήριξη μίας υποθετικής « αρρώστιας» – η αντίθετη τάξη (δηλ., μία άρρωστη που θυμάται καλά τα ονόματα των ιατρών της) δεν εφαρμόζεται πάντα, αφού το περίεργο φαινόμενο λεγόμενο « ιδρυματική μεταβίβαση» συχνά παραλείπει ονόματα και άτομα. Η σειρά εναλλασσώντων επαγγελματιών αποτελεί μία συνεχή παρέλαση και καταλήγει μόνο όταν αυτή αποχωρίζεται.

Τω όντι, όταν γυρίζω την επομένη μέρα, η άρρωστη δεν είναι πιά εκεί. Ο προϊστάμενος της έδωσε ημερομηνία εξωτερικής επίσκεψης. Ο σκοπός της Διασυνδετικής – δηλ., το ξεκαθάρισμα (μέχρι την τέλεια εξαφάνιση) της « ψυχιατρικής απόψεως» θεωρείται ήδη θετικά και ικανοποιητικά εγγραφόμενο και λυωμένο.

Μία άλλη μέρα μπαίνω στο Τμήμα Κλινικής Ιατρικής. Μου ζητούν μία διάγνωση μίας άρρωστης 30 ετών, η οποία παθαίνει από σπασμούς του σώματος, οι οποίες υποπτέυονται να είναι πραγματικά μετατροπές. Αυτή σχεδόν δεν μιλάει καν – ή επιμένει ότι δεν αναπολάει τίποτα – η γενική κατάστασή της δεν είναι μια καλή: η μητέρα την της λούζει. Η μεγαλύτερη γυναίκα αφηγήειται μία ιστορία όπου οι άνδρες παίζουν τον ρόλο απλών εφοδιαστών γονών που δραπετέυουν αμέσως μετά εξυπηρέτησης (η άρρωστη ‘εχει ενα παιδί 3 μηνών), και οι γυναίκες τον αντίστοιχο ρόλο εγκαταλελειμμένων γκουβερνάντων, ή επικινδύνων αντιπάλων (όπως οι κοινωνικές εργάτριες οι οποίες θέλουν να τους αρπάσουν το βρέφος). Η νεαρή ιατρός που μου διηγείται την περίπτωση σταματάει και διστάζει, και έπειτα προσθέτει: και αυτή παρενόχλησε ερωτικά τον ιατρό της νυχτερινής βάρδιας. Αμέσως όμως, μετανοιώνει και διορθώνει: οχι, δεν συνέβαινε έτσι, μην με ακούτε σας παρακαλώ, σβήστε αυτό το γεγονός, δεν υπήρξε καν.

Συναντάμε το θύμα – το νεαρό, παρεχνολημένο ιατρό – ο οποίος μας λέει ο τι πράγματι, η άρρωστη υπαινίχθηκε ερωτηκό φέρσιμο όταν ήταν μόνη με αυτόν. Άλλα τώρα η διάγνωση δεν αρχίζει να πάρει την μορφή της;

Το γεγονός-που-πρέπει-να-σβηστεί κείτεται στα όρια, στα άκρα ή ακόμη και εκτός του πλαισίου αντιλήψης της επίσημης Επιστήμης: το άχρηστο – άσχετα κουτσομπολιά – ανάξιο της έγκυρης επισκεπτικής διαδικασίας.

Το στοίχημα του Πραγματικού στον Έρωτα, το σωματικό βάραθρο της ορμής, πρέπει να αναχαιτίζεται, υπάκουον του λόγου που απαιτεί να είναι ο Κύριός του. Ο ιατρός πρέπει να κρατεί υπό έλεγχον το αναγκαίο, το Sollen (βλ. Canguilhem, 1966, p. 136) 4, για να αποκτήσει το Ιδεώδες του, την απόλυτη εξουσία. Αυτό γίνεται όσο αδυσώπητο το εξακόλουθο αδύνατο: ενα ανέφικτο, αιωνίως φυγόδικο υπόλοιπο.

ababab4

Και ο αναλυτής; Τι συμβαίνει με αυτόν όταν προσπαθεί να ενεργεί μέσα στο ιατρικό πλαίσιο και στις ιεραρχίες του; Ο Φροϋδ μας προειδοποιεί, όσον αφορά τον ΄Ερωτα – ακόμη και στην περίπτωση του μεταβατικού Έρωτα – ο τι κανένας δεν πρέπει να επικαλεστεί τους δαιμώνους για να τους δείχνει μόνο την θύρα εξόδου. Ο Lacan ακόμα ζητάει από τον αναλυτλή να έχει και στήθια, όπως ο Τειρεσία ή η Therèse 5. Σχισμένος μεταξύ την μεταβίβαση του ιατρού και της άρρωστης, η τοποθέτησή του μπορεί να είναι όμοια της Madeleine 6, όταν αυτή ρωτάει τον εαυτό της: υπάρχει μήπως ενα συμπέρασμα το οποίο δεν είναι επιπόλαιο;

descarga (2)

__________

Νότες

1 Θα ήταν δύσκολο να εκθέσω λεπτομερώς όλες τις Φροϋδικές αναφορές για τον Έρωτα (ο αναγνώστης μπορεί να θυμηθεί οι “Three Essays”, τα μικρά άρθρα “A Special Type of Choice of Object made by Men”, “On the Universal Tendency to Debasement in the Sphere of Love” και οι “Observations of Transference Love”) (Freud, 1905, 1910-12, 1915) – ας μην αναφέρουμε το θέμα στα γραπτά του Lacan (ωστόσο, θα μπορούσαμε συντόμως να αναπολήσουμε “Une lettre d’âmour”, το μάθημα του 3-15-1973 στο Σεμινάριο αρ. XX – και βεβαίως, το Σεμινάριο για την Μεταβίβαση, όπου αναλύει το Πλατωνικό κείμενο) (Lacan, 1975, 1991). Το παρόν δοκίμιο ημπορεί να θεωρείται μία παράφραση των τριών φημισμένων αρνητικών εκφράσεων του Λακάν: » Η Γυναίκα δεν υπάρχει», « Ο Άλλος (του Άλλου) δεν υπάρχει»  και, ειδικά, « Η σεξουαλική σχέση δεν υπάρχει» – όλες στο αναφερόμενο Σεμινάριο.

Το πλήρες βιβλίο του Verhaeghe επεξεργάζεται αυτές τις Φροϋδο-Λακανικές έννοιες βαθύτατα, και η μεταφορά της σήραγγος η οποία σχολιάζουμε στο παρόν κείμενο βρίσκεται στης σελίδες 25-26:

“A normal sexual life is only assured by an exact convergence of the two currents directed towards the sexual object and the sexual aim, the affectionate current and the sensual one. It is like the completion of a tunnel that has been driven through a hill from both directions (Freud, S. 1905, σ. 207) (Μία κανονική σεξουαλική ζωή γίνεται ασφαλή μόνο δια μέσου μίας ακριβής σύγκλισης των δύο ρευμάτων οι οποίες σκοπεύουν το σεξουαλικό αντικείμενο και το σεξουαλικό στόχο, του στοργικού ρέυματος και του ερωτικού. Είναι όπως το τελειωμό μίας σήραγγος που εισδύει ενα βουνό από τις δύο διευθύνσεις)

Continuing the same metaphor, it seems that in many cases the tunnel is never finished. And even where the work is finished, you often end up with two tunnels, that is, two relationships, one for the affectionate aspect and one for sensuality. This is certainly an everyday clinical experience: tenderness gets in the way of sensuality, and vice versa…

(Αν συνεχίζουμε την ίδια μεταφορά, φαίνεται ο τι σε πολλές περιπτώσεις η σήραγξ ποτέ δεν τελειώνεται. Ακόμη και αν τελειώνεται, συχνά γίνονται δύο σήραγγες, δηλ. δύο σχέσεις, η μία για την στοργική πλευρά και η άλλη για την ερωτική. Βεβαίως, αυτή είναι η καθημερινή κλινική εμπειρία: η τρυφερότητα εμποδίζει την φιληδονία και αντίστροφα…)

…και αναπτύσσεται ως τα τελευταία και αναγκαία συμπεράσματα από σ. 59 και παρακάτω:

It will have become clear by now that, depending on the background, two different types of relationship can develop. The most painful form is the imaginary dual relationship…(which) contains a particular assumption, namely that desire and need can actually be completely fulfilled… In contrast to this, there is triangular love… These three are the self, the other person, and the lack as such, something that cannot be removed (σ. 69).

(Τώρα θα έπρεπε να καταλήξει σαφώς οτι – εξαρτώνται από την προέλευση – δύο τάξεις σχέσεως μποπούν να αναπτύσσονται. Η πιο οδυνηρή είναι η φαντασιωσική δυαδική σχέση… (η οποία) περιέχει μία ειδική υπόθεση, δηλ. ο τι η επιθυμία και η ανάγκη ημπορούν, πραγματικά, να γίνονται τελείως ικανοποιμένες… Αντίθετα μ’ αυτό, υπάρχει και η τριγωνική αγάπη… Οι τρείς είναι ο εαυτός, το άλλο πρόσωπο, και η δε έλλειψη, κάτι που δεν ημπορεί να απολυθεί)

2 Πλάτωνος, Έρυξιμάχου Λόγος, Συμπόσιον, 185e – 188e.

3 Πράξη I, σκηνή 3.

4 Canguilhem αναφέρει τον Reininger, “Unser Weltbild ist immer zugleich ein Wertbild (η εικόνα μας του Κόσμου πάντα είναι, ταυτόχρονα, μια εικόνα αξιών). Η διαφορά μεταξύ «κανονικότητος» («normality» ) και «θεσμοθεσίας» («normativity» ), ασφαλώς, δεν είναι μία εύκολη (η Γερμανική λέξη, das Sollen, συνήθως μεταφράζεται «πρέπει»). Οι δύο συχνά συμπίπτουν, και ακόμα το ένα γίνεται αντικατάσταση του άλλου όταν η διάκριση καταλήγει ασαφή… ή ακόμη και αδύνατη.

5 Ενα πρόσωπο το οποίο αλλάζει φύλο και αντίστροφα, στο « υπερρεαλιστικό δράμα» του Guillaume Apollinaire – με μουσική του Francis Poulenc, Les mamelles de Tirésias Τα στήθια του Τειρεσία», πρώτη παράσταση στην Φλορεντία, 1947).

 LES MAMELLES DE TIRÉSIAS 1 foto E. MORENO ESQUIBEL

Francis Poulenc – Guillaume Apollinaire, “Les Mamelles de Tirésias”, Θέατρο Liceu, Βαρκελόνη

6 Στην τελευταία σκηνή του « Κομματιού Μουσικαλικής Συνομιλίας» του Clemens Krauss και του Richard Strauss, Capriccio (Munich, 1942). Η Κόμισσα Madeleine έχει δύο μνηστήρες, ενα ποιητή και ενα μουσικό. Όλοι οι καλεσμένοι της στο Παλάτι κουβεντιάζουν ζωηρά για το τι είναι το πιο σπουδαίο σε μια όπερα: τα λόγια ή η μουσική; Μόνος με την Δέσποινα, ο ποιητής την κατακτάει διά μέσου ενός Σονέτο, και αυτή σχεδόν λυποθυμάει από έρωτα – ωστόσο, ο μουσικός δεν χάνει ούτε και αυτός τον καιρό του και βάζει το ποίημα σε μουσική, την τραγουδάει, και αυτό πάλι την αναφλέγει. Οι καλεσμένοι φεύγουν, έχοντας αποφασίσει το σχέδιο μίας όπερας η οποία θα περιγράψει την σηζήτηση που μόλις είχαν. Η Κόμισσα μένει μόνη της για να αποφασίσει το συμπέρασμα, δηλ. το τέλος της όπερας, και επίσης ποιόν θα διαλέξει – οι δύο μνηστήρες θα γυρίσουν την άλλη μέρα για να γνωρίσουν την απόφασή της. Αυτή τραγουδάει ξανά το Σονέτο μροστά σε ένα καθρέφτη και ρωτάει τον εαυτό της πάλι: τα λόγια ή η μουσική; Απο τα δύο, τι την αγγίζει περισσότερο; Η σκηνή πέφτει βραδέως…

Capriccio-de-Richard-Strauss-a-l-Opera-de-Paris_pics_390

Richard Strauss/Clemens Krauss, “Capriccio”, τελευταία σκηνή

Serge André (1986, p. 247), σχολιάζοντας ενα παράγραφο του Σεμιναρίου Encore (“lamour, cest de la poésie, αναφερομένο και στον Verhaeghe 1999, pp. 70-72) υποδεικνύει οτι ο Σωκράτης, μεταξύ του Αγαθώνα και του Αλκιβιάδη, αρνείται να δώσει ουσία στον ερωτικό αντικείμενο. Η θέση της γοητευτικής Κόμισσας του Strauss είναι να κρέμεται μεταξύ ποίησης και μουσικής – οι δύο είναι μεταφορές, άδειες του κάθε νοήματος.

ababab3

Βιβλιογραφία

 

André, S. Que veut une femme?, Navarin Éd., Paris, 1986

Benvenuto, S. The Crisis of Interpretation, Journal of European Psychoanalysis, No. 6, 1998, σ. 19-46

Canguilhem, G. Le normal et le pathologique, PUF, Paris, 1966

Freud, S. (1905), Three essays on the theory of sexuality, S. E. VII, σ. 123

Freud, S. (1910-1912) A Special Type of Choice of Object made by Men, On the Universal Tendency to Debasement in the Sphere of Love (Contributions to the Psychology of Love), S.E. XIX, σ. 163 και 177

Freud, S. (1915) Observations on Transference Love, S.E. XII, σ. 157

Lacan, J. Le Séminaire, Livre XX, Encore, Seuil, Paris, 1975, σ. 73-82

Lacan, J. Le Séminaire, Livre VIII, Le Transfert, Seuil, Paris, 1991, σ. 81-95

Συκούτρης, Ι. Πρόλογος (για το Συμπόσιο του Πλάτωνος) Ακαδημία Αθηνών, Εστίας, Αθήνα, 1995, σ..104-114

Verhaeghe, P., Love in a time of loneliness, Rebus Press, London, 1999

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s